λογοτεχνεσ

ΧΡΗΣΤΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ

ΟΝΟΜΑ:

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ

ΕΠΙΘΕΤΟ:

ΧΡΗΣΤΟΥ

ΙΔΙΟΤΗΤΑ:

ΤΟΠΟΣ ΑΝΑΦΟΡΑΣ:

ΒΑΣΙΛΙΚΟ ΠΩΓΩΝΙΟΥ

Η Αναστασία Χρήστου γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη από γονείς Ηπειρώτες-Πωγωνίσιους, που της μετέδωσαν την αγάπη για τον τόπο τους και την ιστορία του. Σπούδασε στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Μηχανολόγος Μηχανικός και εργάστηκε για χρόνια σε μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες. Υπήρξε επί σειρά ετών μέλος του ΔΣ της Ένωσης Βασιλικιωτών Πωγωνίου, του φορέα των απόδημων Βασιλικιωτών και για έξι χρόνια πρόεδρός του. Ήταν επί πλέον η ιδρύτρια και για οκτώ χρόνια εκδότρια της εφημερίδας της Ένωσης “Τα νέα μας και τα παλιά μας...”.

Έχει δημοσιεύσει άρθρα, διηγήματα και ποιήματα σε έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα. Το “Μαύρα μου Χελιδόνια...” είναι το πρώτο της μυθιστόρημα.

Σήμερα ζει μεταξύ Αθήνας και Βασιλικού Πωγωνίου.

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΕΡΓΑ

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΕΡΓΟΥ

– Έχετε νερά στον τόπο σου, Βασίλη; ρώτησε σε λίγο ο Ιμπραήμ.

Είχαν κολυμπήσει, είχαν γελάσει, είχαν παίξει σαν μικρά παιδιά. Τώρα κάθονταν στον ήλιο να στεγνώσουν.

– Πολλά. Γάργαρα και δροσερά. Έχουμε πηγές, βρύσες, ποτάμια… Αχ… στις βρύσες πηγαίναν τα κορίτσια, πρωί κι απόγιομα, να πάρουν νερό για το σπίτι. Το πρωί ήταν βιαστικά, έπρεπε να προλάβουν να γυρίσουν για να ’τοιμαστούν όλοι για τις δουλειές τους. Μα τ’ απόγιομα… τότε κάθονταν γύρω απ’ την βρύση, κουβέντιαζαν και τραγουδούσαν…

Κι έπιασε με νοσταλγία έναν βαρύ πωγωνήσιο σκοπό:

Εμένα η μάνα μ’ έστειλε

να μάσω μανουσάκια

να μάσω και γαρύφαλλα

να σπείρω στα σοκάκια.

Σταφύλι μου και μοσχοστάφυλο

της άνοιξης τριαντάφυλλο.

 

– Σαν ήμασταν παιδιά, πηγαίναμαν και τις κοιτούσαμαν από μακριά. Αλίμονο αν μας έπιαναν να πλησιάζουμε κοντά τους.

– Εκεί γνώρισες την γυναίκα σου;

– Εκεί ήταν κι αυτή. Μα εγώ, πού μυαλό για τέτοια! Εμείς οι πιο μικροί πηγαίναμαν μόνο γιατί πηγαίναν κι οι μεγαλύτεροι. Ούτε που νογούσαμαν παραπάνω… Ύστερα, σαν μεγάλωσα λίγο, με πήρε ο πατέρας μαζί του στην Βλαχιά. Μείναμαν εκεί μαζί κάμποσα χρόνια. Και με τον αδερφό μου τον μεγαλύτερο. Ένα καλοκαίρι, είχα μάθει πια την δουλειά, ο πατέρας μάς άφησε τους δυο στο πόδι του για να γυρίσει στο χωριό. Σαν ήρθε πίσω μου ’πε πως μ’ αρραβώνιασε. Σε τρεις μήνες φορτώθηκα δώρα και στολίδια, για την νύφη, για την πεθερά και τον πεθερό, για το σόι όλο, αλλά και για το σπίτι κι έφυγα για το χωριό. Έκανα έναν μήνα να φτάσω με το καραβάνι. Δυο βδομάδες αφού έφτασα, έγινε ο γάμος… Μα δεν έχω παράπονο. Η γυναίκα μου είναι καλή, έξυπνη, μυαλωμένη. Κι είναι κι όμορφη… και ξέρει και γράμματα…

– Μανία που ’χετε εσείς οι Ρωμιοί να μαθαίνετε στις γυναίκες γράμματα! είπε γελώντας ο Ιμπραήμ. Τι να τα κάνουν;

– Να μας γράφουν κάνα γράμμα εδώ στην ξενιτειά που ’μαστε, βρε Ιμπραήμ. Γίνετε πιο αλαφριά…